Πάνε μέρες τώρα που έχω τσακωθεί με το ημερολόγιο μου.Το μολύβι μου με την καλογυαλισμένη και ολοκαίνουρια-καλά-ξυσμένη-μύτη με κοιτά με απορία.Τα βιβλία μου, έχουν αγκαλιάσει τους σελιδοδείκτες που έχω σπρώξει με βια σχεδόν στα σωθικά τους.Δεν μου προκαλούν πια καμία εντύπωση.
Σκέψεις,λέξεις,ιδέες έχουν σκορπίσει εδω και εκεί μέσα στο μυαλό μου και δεν υπακούν πια.Στην αρχή με ξένισε όλο αυτό.Μετά ζόρισα το μυαλό μου να σκεφτεί.
''Γιατί μου συμβαίνει αυτό;''
Δεν πήρα καμία απάντηση.Τίποτα.Ενα μικρό πνιχτό γελάκι μόνο.Εκεί σε μια ξεχασμένη μου άκρη.Εκεί που είχα ξεχάσει..εμένα.Και τον ελεύθερο χρόνο μου.Και ενω αναρωτιόμουν τι πραγματικά είναι όλα αυτά...ξαφνικά ενας προβολέας με τυφλώνει.
![]() |
| via |
Ενα κορίτσι.Που ξυπνά απο τα άγρια χαράματα.Ετοιμάζει πρωινό,σιδερώνει τη φόρμα της γυμναστικής.Μετά ποδοβολητά.Το σπίτι γεμίζει με ζωή.Λίγες καλημέρες.Τα παιδιά της.Ετοιμάζεται σχεδόν τρέχοντας.Ίσα που προλαβαίνει να σκουπίσει τα ψίχουλα που γαντζώθηκαν πάνω στο λευκό της μπλουζάκι.Ψάχνει να βρει τα κλειδιά της..Ξαφνικά συνειδητοποιεί οτι τα κρατούσε.''Ελάτε κορίτσια,θα αργήσουμε..''Κατεβαίνουν τρέχοντας τις σκάλες.Ο χρόνος πίσω τους κυνηγά.Αφού περάσει απο το σχολείο,βάζει πλώρη για το καθιερωμένο μάθημα γιόγκα.Η μοναδική κατάδική της ώρα.Χαλαρώνει.Αναπνέει βαθιά.Η εικόνα της ήμερης θάλασσας,διώχνει τις μαύρες σκέψεις που φτερουγίζουν.
Επιστροφή στο σπίτι.Συγυρίζει,μαγειρεύει και ταυτόχρονα τακτοποιεί εκκρεμότητες απο το τηλέφωνο.Ο χρόνος,αδυσώπητος,την καταδιώκει.Το μεσημέρι μαζεύονται όλοι γύρω απο το τραπέζι.Τους ακούει που τιτιβίζουν.Εκείνη χαμένη στις σκέψεις της.Κοιτάζει εξω απο το παράθυρο.Το βλέμμα χα'ι'δεύει το ξέφτι της θάλασσας...''τι λες και εσυ μαμά;''μια ερώτηση χοροπηδά πάνω στο τραπέζι..κουνάει καταφατικά το κεφάλι της.
Μαζεύει γρήγορα το τραπέζι.Κοιτάζει το ρολόι και ξεφυσά απελπισμένη.''Πάλι θα αργήσω''..σκέφτεται και τρέχει ακόμη πιο γρήγορα.Στο δρόμο προς τη δουλειά,το ραδιόφωνο της κάνει καλή παρέα.
Deadlines,υποχρεώσεις,ραντεβού,χαρτιά..χαρτιά..πόσα ακόμα θα την κυνηγούν;
Το τηλέφωνο χτυπά σαν δαιμονισμένο..''Μαμά,πονάει λίγο ο λαιμός μου..νομίζω έχω πυρετό''..
Δίνει τις απαραίτητες οδηγίες.Κλείνει το τηλέφωνο και σκουπίζει ενα σκουπιδάκι που μπήκε στα μάτια της.Απο τότε που θυμάται τον εαυτό της σαν μαμά,σχεδόν ποτέ δεν ήταν δίπλα στα παιδιά της όταν δεν αισθάνονταν καλά.Αυτή η δουλειά,πάντα ήταν σαν τοίχος μπροστά της.''Για ενα καλύτερο αύριο..Για να μην σας λείψει τίποτα..''Πάντα αυτό ήταν το ''χαπάκι''της.
Τα σκέφτεται τώρα και της έρχεται να γελάσει δυνατά.Με πίκρα.Με πόνο..
''Τόσα χαμένα χρόνια..Και το αποτέλεσμα..ποιο...μου λες;''
Σέρνει τα βήματα της ως το γραφείο της.Διορθώνει λίγο το καρφιτσωμένο -σαν-να-μην-τρέχει-τίποτα-χαμόγελο της..
Οι ώρες,της χτυπάνε μια μια το κεφάλι.Η επιστροφή στο σπίτι γίνεται αργά το βράδυ.Ενα ελαφρύ,παιχνιδιάρικο αεράκι που τρυπώνει απο το ανοιχτό παράθυρο,θέλει να παίξει με τα μαλλιά της.Εκείνη το αφήνει.Κάτι της ψιθυρίζει στο αυτί.Εκείνη γελά.Αθώα..παιδικά..Αισθάνεται μικρούλα.Στη ζεστή,γεμάτη θαλπωρή αγκαλιά της μητέρας της.Εκεί που τίποτα δεν μπορούσε να την βλάψει.Κοιτάζει τα αστέρια.Πόσες ιστορίες άραγε έχουν να της πουν;Γλυκόπικρες,παραμυθένιες..Σκέφτεται να της εκμυστηρευτεί στο ιστολόγιο της.Μα δεν βρίσκει το κουράγιο.Το έχει αφήσει να αιωρείται στη μπλογκόσφαιρα.Να ταξιδέψει για λίγο μακριά της..Να κόψει τον ομφάλιο λώρο που την έδενε μαζί του.
Στρίβει στο μικρό γνώριμο πια δρομάκι.Σε λίγα λεπτά απο τώρα,θα βρίσκεται στις αγκαλιές των παιδιών της.Εκεί που θα κρυφτεί.Θα ''μυρίσει''το άρωμα της δικής της μανούλας και θα νιώσει ασφαλής και ευτυχισμένη..όπως τότε..Στέλνει μια βουβή καληνύχτα στα αστέρια.Κλείνει το μάτι στο αεράκι που της κράτησε συντροφιά και γυρίζει το κλειδί στην πόρτα..Μια ακόμη μέρα,φτάνει στο τέλος της..''
![]() |
| via |
..ο προβολέας κλείνει το ίδιο ξαφνικά όπως άνοιξε.Μένω να κοιτάζω το κενό σαν υπνωτισμένη.Ρίγη διαπερνούν το κορμί μου και σφίγγω τη ζακέτα μου.Χαμηλώνω τα μάτια.Αυτό το κορίτσι.Αυτή η τόσο κουρασμένη ψυχή της.Να ψάχνει μέρος να ξαποστάσει και να μη βρίσκει.Πόσες ομοιότητες..πόσα κοινά..τα μεγάλα-χαμογελαστά κάποτε-μάτια της.Οι σκυφτοί ώμοι.
Δεν είναι καθόλου ωραίο τελικά να βλέπεις με το ζόρι τα λάθη σου.Τη ζωή σου.Να έχεις ενα προβολέα που θα φωτίσει κάθε σκοτεινιά της.
Το μολύβι,ακόμη με κοιτά παραπονεμένο.Ακουμπάω απαλά την άκρη του.Εκείνο σαν να το καταλαβαίνει,έρχεται και κουρνιάζει στη χούφτα μου.Μπλέκει με τα δάχτυλά μου και μου λέει..
''Ελα,κάνε αυτό που ξέρεις.Βάλε στη σειρά τα συναισθήματα σου.Μη τα φοβάσαι μικρή.Είναι κομμάτι σου..''
πι.ες.ούτε εναν τίτλο της προκοπής δεν μπόρεσα να βάλω..έχεις καμία ιδέα;








.jpg)







